- ἐκκατεῖδον
- ἐκ-κατ-εῖδον, part. ἐκκατιδών: look down from; Περγάμου, Il. 4.508 and Il. 7.21.
A Homeric dictionary (Greek-English) (Ελληνικά-Αγγλικά ομηρικό λεξικό). 2010.
A Homeric dictionary (Greek-English) (Ελληνικά-Αγγλικά ομηρικό λεξικό). 2010.
ἐκκατιδών — ἐκκατεῖδον look down from aor part act masc nom sg … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)